Σφαλιάρα σε Μαλακά Μάγουλα



      «Φέτος έχουμε πολύ δουλειά. Δεν είναι χρονιά για έρωτες φέτος και του χρόνου» λέει μια παλιά και αυστηρή καθηγήτρια που σηκώνει στις πλάτες της μεγάλο μέρος από το βάρος της προετοιμασίας των παιδιών της Θετικής για τις Πανελλήνιες. Η φράση φτάνει στ’ αυτιά μου από τους συμμαθητές μου που άκουσαν με ευλάβεια και φύλαξαν μέσα τους τις «οδηγίες προς ναυτιλομένους».


     Όλοι είναι ευγνώμονες για μια καλή μεθοδολογία. Και δεν την αμφισβητούν ποτέ των ποτών. Γιατί, χωρίς αυτήν, υπάρχει το χάος. Το επιβεβαιώνουν και τα αντίστοιχα παραδείγματα καταστροφής. «Ήξερα κοπέλα που έγραφε κατοστάρια μέχρι το Πάσχα. Στις διακοπές ερωτεύτηκε και στις Πανελλήνιες έγραψε οκτώ. Αυτήν την σφαλιάρα θα την θυμάται σ’ όλη της την ζωή» λέει μια φίλη μου και όλοι νιώθουν ξαφνικά την διάθεση να χτυπήσουν ξύλο και να πουν «μακριά από μας». «Πάει χαμένη όλη η προσπάθειά σου» λέει η Μαθηματικός μου και για μένα και για την κόρη της που είναι συνομήλική μου και για κάθε άλλον. «Μην ερωτευτείς στην Τρίτη λυκείου και αν μπορείς ούτε και στην Δευτέρα» μου είχε πει κάποτε η μητέρα παθόντος αγοριού που έχασε το Μαθηματικό εκεί που «το ‘χε σίγουρο». Σίγουρα πάει και το δικό μου χέρι να χτυπήσει ξύλο. Αλλά μετά, γυρνώντας από το σχολείο στο σπίτι μου, διαβάζοντας ένα ποίημα ή ακούγοντας μουσική στο λεωφορείο, σκέφτομαι. Καταλαβαίνουμε τι θα πει αυτή η φράση; Πώς μπορείς να ζητάς από έναν άνθρωπο δεκαέξι, δεκαεφτά, δεκαοχτώ χρονών να μην ερωτευτεί; Γιατί να πρέπει να το κάνεις; Ξέρεις πόσο πολλά είναι δύο χρόνια; Ξέρεις για ποια πράγματα μιλάς και σε ποιους; Και ποιος είσαι εσύ, και εμείς οι ίδιοι, που έχουμε, αντίθετα απ’ την ρήση του Σοφοκλή, ψυχρή καρδιά για θερμά πράγματα;

      Δεν έχει αξία να αμφισβητήσει κανείς τα λόγια ανθρώπων που έχουν δίκιο. Ούτε γράφοντας εδώ σκοπεύω να τους κατακρίνω που μας συμβουλεύουν με βάση την γνώση που έχουν αποκτήσει και την εμπειρία τους. Δεν μπορώ να υποκριθώ ότι δεν λένε αλήθεια. Μπορώ μόνο να ρωτήσω γιατί να είναι αυτή η αλήθεια; Αυτή η αλήθεια είναι ένα έγκλημα. Μπορεί να μιλάμε συχνά για τα χρήματα που δίνονται στην παραπαιδεία, την «ξερή γνώση» και την «αποστήθιση» που επιβάλλει το σύστημα, τον λίγο ελεύθερο χρόνο και την πίεση αλλά αυτό είναι το μέγιστο και τρομακτικότερο έγκλημα που διαπράττεται πάνω μας και με την συμμετοχή μας. Είναι ανόητο μαζί και αδιανόητο.

      «Ξέρεις ποια χρόνια είναι αυτά; Τα καλύτερα…» λέει ένας φίλος μου και γελάει σαρκαστικά αφήνοντας να εννοηθούν τα υπόλοιπα. Και όντως, είναι τα τελευταία χρόνια της εφηβείας μας, είναι τα «γλυκά δεκάξι», η στιγμή εκείνη που αρχίζουμε να πλησιάζουμε σε κάποια ωριμότητα και ταυτόχρονα βιώνουμε έντονα τα πάντα. Κι όμως εμείς πρέπει να παίξουμε τους ελεύθερους πολιορκημένους. Πρέπει να μην «ξαστοχήσουμε γλυκά τον εαυτό μας». Πρέπει να μην ερωτευτούμε. Όσο παράξενη κι αν ακούγεται αυτή η φράση, και όσο άδικη.

     Ο έρωτας ταιριάζει στα μαλακά μάγουλα. Κι όλοι όσοι πέφτουν πάνω του, τον εξετάζουν, τον συμβουλεύουν και τον απαγορεύουν, όσοι μπορούν να έχουν για αυτόν ψυχρή καρδιά και να μετράνε φερορμόνες ξεχνούν πως τα βάζουν με κάποιον ανίκητο στη μάχη. Κάποιον που πέφτει σ’ όλη την πλάση. Άλλωστε, όπως λέει κι ο Κόουλ Πόρτερ, ακόμα και οι μορφωμένοι ψύλλοι ερωτεύονται. Γιατί να εμποδίζει την δική μας μόρφωση;

Ιωάννα Μπαρτσίδη



Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009. Θεσσαλονίκη, Πλατεία Ναυαρίνου.
Φωτογραφίες από δρώμενο της Ομάδας Σφήνα
Παρέμβαση εμπνευσμένη από τον πίνακα του Ρενέ Μαγκρίτ "Οι Εραστές".



Ρενέ Μαγκρίτ, "Οι Εραστές" (Les Amants)
1928

Οι ήρωες και οι Έλληνες

   

    Σε μια από τις πολύωρες και πολύβουες πρόβες για την γιορτή της «τριπλής επετείου» όπως αποκαλείται ο εορτασμός της Γιορτής της Σημαίας, του Αγ. Δημητρίου και της 28ης Οκτωβρίου, διαβάστηκε στο σχολείο μου το ποίημα του Πάουλ Τσέλαν «Η Φούγκα του Θανάτου». Υπήρχαν αμφιβολίες για το αν θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα, κι η ίδια εγώ φοβόμουν ότι δεν θα άρεσε στους συμμαθητές μου. Διαψευστήκαμε. «Τι ωραίο!» αναφώνησαν όλοι όταν τελείωσε. «Ανατριχιάσαμε».


    «Δεν λέμε ποτέ ποιήματα για τους Εβραίους, αυτό είναι κάτι καινούργιο» σχολιάζει μια κοπέλα. «Έχουμε βαρεθεί τα ίδια και τα ίδια». Είναι αλήθεια πως οι σχολικές γιορτές κινούνται πάνω κάτω στο ίδιο πλαίσιο κάθε χρονιά, διοργανώνονται μηχανικά από τους ίδιους συνήθως ανθρώπους που απαγγέλλουν τα ίδια ποιήματα και τραγουδούν τα ίδια τραγούδια. Οι καθηγητές ενίστανται όταν μας βλέπουν στα κανάλια να απαντάμε πως στην 28η Οκτωβρίου γιορτάζουμε που νικήσαμε τους Τούρκους αλλά δεν πάνε κι αυτοί πίσω όταν εντάσσουν, για παράδειγμα, στο πρόγραμμα της γιορτής του Πολυτεχνείου το «Ακορντεόν» με τον διάσημο στίχο «γερμανικά καμιόνια στάθηκαν στην μάντρα». Παρά το τραγελαφικό της κατάστασης, όμως, είναι πραγματικά απαράδεκτο να γιορτάζεται επέτειος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου χωρίς ούτε μια αναφορά στο Ολοκαύτωμα των Εβραίων.

     Την στιγμή που ολόκληρη η Ευρώπη ανάβει το κερί της μνήμης για τα εκατομμύρια ανθρώπων, νέων και γέρων, γυναικών και ανδρών που βασανίστηκαν και έχασαν την ζωή τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, η Ελλάδα έχει ανακηρύξει εθνική εορτή την έναρξη και όχι το τέλος του πολέμου. Τη στιγμή που παιδιά σ’ ολόκληρη την Ευρώπη διδάσκονται λεπτομερώς τα γεγονότα αυτού του πολέμου, τις αιτίες, τις αφορμές και τις ρίζες του, ώστε να μην επαναληφθεί ποτέ κάτι παρόμοιο, η Ελλάδα δεν φτάνει ποτέ σ’ αυτό το κεφάλαιο και τον αντιμετωπίζει σαν μια μπόρα που ξέσπασε ξαφνικά μια κρύα μέρα του Οκτωβρίου. Όταν όλη η Ευρώπη μιλά για τον πιο άδοξο πόλεμο, πόλεμο της ντροπής και της φρίκης και εγκαθιστά μια παράδοση συλλογικού πένθους η Ελλάδα μιλά για δόξα και για έπος…

    «Οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες» είπε ο Τσόρτσιλ, και ‘μεις μείναμε εκεί και εκεί είμαστε ακόμα, χωρίς να έχουμε γυρίσει ποτέ το κεφάλι μας να δούμε όλους τους άλλους λαούς που πολέμησαν επίσης ηρωικά και έπεσαν ηρωικά αλλά και όσους χάθηκαν μακριά από το πεδίο της μάχης, όσους δεν πολέμησαν, όσους υπέστησαν το μένος του Β’ Παγκοσμίου στις διαφορές εκδοχές του και χάθηκαν μέσα σ’ αυτό.

      Πώς εξηγείται αυτή η εσωστρέφεια της πατρίδας μας; Γιατί δεν θα μιλήσει ποτέ στα παιδιά της για το τραύμα των Εβραίων; Γιατί δεν θα κοιτάξει ποτέ πέρα απ’ τα βουνά της για να αναγνωρίσει ότι ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι κοινή μοίρα και κοινή μνήμη σ’ ολόκληρη την Ευρώπη; Γιατί δεν θα ανάψει ποτέ ένα σιωπηλό κερί πένθους αλλά θα υψώνει πάντα στις γιορτές της μια φανταχτερή σημαία δόξας; Ίσως επειδή οι ήρωες είναι πάντα Έλληνες και οι απλοί νεκροί είναι πάντα ξένοι.

Ιωάννα Μπαρτσίδη


Το κεφάλι της Ισμήνης

       Έκτη ώρα. Οκτώβριος, καιρός ακόμα ζεστός. Είμαστε εικοσιεφτά στην τάξη, σκυμμένοι πάνω από φωτοτυπίες του προλόγου της Αντιγόνης. Μια συμμαθήτριά μας μεταφράζει αντικαθιστώντας τις λέξεις με αυτούσια τα επεξηγηματικά σχόλια. «Ω από-το-ίδιο-αίμα* δηλώνει-τους-κοινούς-γονείς* , περίφραση-αντί-Ισμήνη άραγε ξέρεις…». Ξαφνικά συνειδητοποιεί ότι δεν βγαίνει νόημα.


      «Κάνουμε το κείμενο από το πρωτότυπο για να έχετε μια επαφή με τον ποιητικό λόγο» λέει η καθηγήτριά μας. «Γιατί να έχουμε;» έρχεται η απάντηση. Απάντηση με ερώτηση, και πολύ σωστή ερώτηση. Όντως, κάθε τι που διδασκόμαστε θα έπρεπε να ρωτάμε για ποιο λόγο το μαθαίνουμε. Η φίλη εννοεί όμως «Πού θα μας χρησιμέψει;» Η καθηγήτρια αρχίζει να μιλά για την αξία της ανθρωπιστικής παιδείας.

     «Στην Θετική τα παιδιά σκέφτονται. Στην Θεωρητική τα παιδιά μαθαίνουν» λέει μια φίλη. Διαφωνώ αλλά πρέπει να παραδεχτώ ότι η συζήτηση, που θα έπρεπε να αποτελεί μεγάλο μέρος του μαθήματος, λείπει συχνά ακόμα και από τα μαθήματα Κατεύθυνσης στην Θεωρητική. Εδώ και πολλά χρόνια αποτελεί την κατ’ εξοχήν κατεύθυνση που διαπλάθει παπαγάλους και διδάσκει την τεχνική της «σάλτσας». Μια κατεύθυνση στην οποία οι μαθητές γνωρίζουν πολύ καλά ότι το αγγλικό «kiss» βγαίνει από το αρχαιοελληνικό «κίσσω» αλλά δεν μελετούν πώς ολόκληρος ο Δυτικός πολιτισμός βασίστηκε σε έννοιες, πολλές από τις οποίες αμετάφραστες, που δημιουργήθηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα και διατυπώνονται στην γλώσσα μας με μια ασύγκριτη νοηματική πληρότητα. Κατ’ εμέ όμως τα άτομα αυτά λίγο απέχουν από την συμμαθήτριά μου που μετέφρασε το «Ισμήνης κάρα» ως «περίφραση, αντί ‘‘Ισμήνη’’» επειδή έτσι δικαιολογούνταν η φράση στα σχόλια, χωρίς να έχει συλλάβει την δυσμετάφραστη τραγική τρυφερότητα που αποτυπώνουν οι δύο λέξεις.

        Από την άλλη πλευρά, ο καθηγητής της Γεωμετρίας ζητά από τους μαθητές της Θεωρητικής να συμμετέχουν περισσότερο στο μάθημά του. «Είναι ψυχολογικός ο λόγος που φοβάστε» εξηγεί. «Κάποιοι πέρυσι ήσασταν καλύτεροι απ’ αυτούς της Θετικής ή της Τεχνολογικής». Θεωρητικά έχει δίκιο, από άποψη χρόνου όμως μου είναι σχεδόν αδύνατο να δώσω βάση στο μάθημα και επιπλέον, νιώθω ότι το μυαλό μου έχει «κλειδώσει» και δεν μπορώ να μπω εύκολα στην λογική μιας άσκησης ή ενός πίνακα. Μου παίρνει αρκετό χρόνο ακόμα και το να πειστώ να καταβάλλω την απαιτούμενη προσπάθεια. Παρατηρώ όμως και μια σημαντική διαφορά. Παρότι ο «πόλεμος των κατευθύνσεων» είναι γεγονός, κανένα από τα παιδιά της Θεωρητικής δεν είπε ποτέ ότι τα θετικά μαθήματα είναι «άχρηστα». Αντίθετα, πολύ συχνά και με πολύ ένταση λέγεται αυτό για τα Αρχαία, την Λογοτεχνία, την Ιστορία. «Το μπλα μπλα δεν το μπορώ» τα απαξιώνει ένας συμμαθητής μου.

         «Αν ζούσα στην Φιλανδία και ήξερα ότι θα μπω οπωσδήποτε κάπου και ύστερα θα βρω δουλειά, τότε ναι, θα ασχολιόμουν με κάτι σαν την Αντιγόνη, να μάθω την γλώσσα μου, να μορφωθώ κλπ. Τώρα πρέπει να διαβάσω μπας και περάσω» λέει ένας συμμαθητής. Αν και πολύ συχνά μας μιλούν για την χρησιμοθηρία (άλλωστε η λέξη η ίδια χρησιμεύει στην Έκθεση) αυτή η φράση του μου ανοίγει σε πολλά τα μάτια. Αυτοί που ζητούν επί πίνακι το κεφάλι της Ισμήνης και ολόκληρης της ανθρωπιστικής παιδείας, μας οχυρώνουν πίσω από αυτήν την χυδαία εκδοχή της χρησιμότητας για να αποφύγουμε να κοιτάξουμε ένα μέλλον που απλώνεται επισφαλές και αβέβαιο. Αυτό το «κεφάλι» κάνουν εξιλαστήριο θύμα του φόβου για το αύριο. Περιμένουν να πιστέψουμε ότι είναι τα «ποιήματα, οι φιλοσοφίες, το μπλα μπλα» που θα μας κάνει να πεινάσουμε. Ελπίζουν ότι θα γίνουμε όλοι μια φρόνιμη Ισμήνη και θα κρυφτούμε πίσω από το δάχτυλό μας αφήνοντας άλλους να γίνονται αποδιοπομπαίοι τράγοι.
________________________________
1.«Κοινόν»
2.«αυτάδερφον»
Ιωάννα Μπαρτσίδη

Ο Πύργος της Τζένγκα

   Το μάθημα των Θρησκευτικών είναι πάντα μάθημα συγκρούσεων, ειδικά όταν ένας προοδευτικός θεολόγος βρίσκεται απέναντι σε μια τάξη με αμφιβολίες. Έτσι συνέβη και με εμάς φέτος, με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε άλλοτε σε ενδιαφέρουσες συζητήσεις και άλλοτε σε τραγελαφικές καταστάσεις. «Θα την ρωτήσω για τα Νεφελίμ», λέει με σαρδόνιο χαμόγελο μια φίλη μου, «Διαβάζω ένα σχετικό βιβλίο». Ενώ μπαίνουμε στην τάξη τρίβουμε δαιμόνια τα χέρια μας, σχεδιάζοντας να ανοίξουμε, για ακόμα μια φορά, μια συζήτηση που, όπως λένε οι γερμανοί, να ξεκινά «απ’ τον Αδάμ και την Εύα».


    «Δεν ξέρουμε ποιος έφτιαξε τον κόσμο, δεν ξέρουμε αν υπάρχει Θεός. Αλλά ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο», απομονώνει μερικές φράσεις που ειπώθηκαν στο μάθημα μια φίλη η οποία ακολουθεί Θετική κατεύθυνση. «Στο ίδιο σχολείο μαθαίνουμε την μία ώρα να σκεφτόμαστε λογικά και την άλλη να αποδεχόμαστε τέτοιου είδους συλλογισμούς. Είναι δυνατόν;» «Η θρησκεία δεν έρχεται σε αντίθεση με την επιστήμη», μας λένε συνεχώς. Αυτό όμως μοιάζει κάπως κούφιο όταν πέντε δεκαεξάχρονοι μαθητές μπορούν να αποστομώσουν έναν θεολόγο που στερείται των βασικών γνώσεων Φυσικών Επιστημών. «Ποιος έβαλε τον Νόμο της Βαρύτητας μέσα στην γη;», ρωτάει η καθηγήτριά μας, λες και πρόκειται για το ρύζι μέσα στα γεμιστά, απευθυνόμενη σε παιδιά της Β’ Λυκείου που λίγες ώρες πριν μπορεί να διδάχθηκαν τους Νόμους του Νεύτωνα. Συχνά, η αντίδραση και η αμφισβήτησή μας θεωρείται απείθεια.

   «Η ανάγκη για τον θεό είναι έμφυτη στον άνθρωπο» λέει το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου. «Εγώ πάλι πιστεύω πως όχι. Αν μεγαλώναμε σε μια άθεη κοινωνία θα ήμασταν όλοι άθεοι» σχολιάζει μέσα στην τάξη ένας συμμαθητής μου. Το μεγαλύτερο ποσοστό της τάξης συμφωνεί και η συζήτηση ανάβει. «Σας αρέσουν, δεν σας αρέσουν, αυτά είναι, αυτά έχει το βιβλίο και αυτά πρέπει να διδάξω», ειπώθηκε σε κάποιο σχολείο.

   «Όταν και οι ίδιοι παραδέχονται πως αυτά που λένε δεν στέκουν εσύ γιατί να μην πάρεις απαλλαγή; Το μόνο επιχείρημά τους είναι η ίδια η πίστη, και αυτή δεν διδάσκεται» λέει ένας φίλος όταν του ομολογώ πως διστάζω να ζητήσω να εξαιρεθώ. Σκέφτομαι πως ίσως να αξίζει να γνωρίσει κανείς την Θρησκεία και τον τρόπο σκέψης της ακόμα και αν σκοπεύει να τον απορρίψει. «Έτσι λες;» μου απαντάει. «Εγώ νομίζω πως μέσα στο σχολείο δεν σου μαθαίνουν τίποτα που να ισχύει».

   Έχει κάποιο δίκιο. Αγαπημένο θέμα συζήτησης των συμμαθητών μου είναι η ανάλυση του εδαφίου «πίστευε και μη ερεύνα», γιατί κανέναν άλλο δεν οδηγεί σε ανάλογο χάσιμο διδακτικής ώρας. Ως τώρα, και μόνο έπ’ αυτού, έχω ακούσει πάνω από τέσσερις απόψεις διαφορετικών θεολόγων, συνδεδεμένες με εντελώς αντικρουόμενες θεωρίες περί πίστης και γνώσης. Αξίζει στ’ αλήθεια να διαβάζω και να εξετάζομαι σε ένα μάθημα που αναφέρεται σοβαρά στον «Άγιο Πλάτωνα»;

   Ειδικά στο Λύκειο, όπου όλα τα υπόλοιπα μαθήματα βρίσκονται πια σε αρκετά υψηλό επίπεδο και οι γνώσεις που παρέχουν είναι σημαντικές και τεκμηριωμένες, τα Θρησκευτικά αποτελούν ένα μικρό διάλειμμα αυθαιρεσίας, ημιμάθειας και παρανόησης. «Πολλές φορές δυσκολεύομαι να καταλάβω πού ζουν, πώς υπάρχουν ακόμα» λέει μια συμμαθήτριά μου.

   Το ερώτημα είναι, όταν τα Θρησκευτικά αρχίζουν να μοιάζουν με τον ετοιμόρροπο πύργο της Τζένγκα, τι διαλέγεις; Να εξαιρεθείς γλιτώνοντας χρόνο ή να καθίσεις μαζί με τους συμμαθητές σου στην τάξη και να τραβήξεις και συ ένα τουβλάκι;

Ιωάννα Μπαρτσίδη

Οι κουκουβάγιες

Ένα πρωί βγήκα από το ασανσέρ, κράτησα την πόρτα στην γειτόνισσα μας για να περάσει, κατέβηκα τις σκάλες και άνοιξα το γραμματοκιβώτιο μας. Εκεί βρισκόταν ένα γράμμα για μένα. Χωρίς να το ανοίξω καθόλου το έσκισα θυμωμένα μπροστά στην έκπληκτη κυρία. Ύστερα γύρισα το κεφάλι μου και της είπα: «Μην ανησυχείτε. Φροντιστήρια. Καλή σας ημέρα».

Η αντίδρασή μου ήταν τέτοια γιατί δεν ήταν βέβαια το πρώτο, ούτε το τελευταίο γράμμα που έπαιρνα. Στην αρχή τα διάβαζα. Τώρα δεν κάνω πια τον κόπο. Τα περισσότερα θέλουν να με «ενημερώσουν και να επιστήσουν την προσοχή μου σε συνθήκες που διαμορφώνει η έναρξη της διετούς προσπάθειας για την εισαγωγή μου στο πανεπιστήμιο». Κάποια μάλιστα έρχονται στο όνομά μου αλλά αρχίζουν με τις λέξεις «Αγαπητοί γονείς». Όταν τηλεφώνησα σε ένα από αυτά τα φροντιστήρια για να μάθω από πού πήραν την διεύθυνσή μου και ενημερώθηκαν για την βαθμολογία μου ώστε να μου προτείνουν ειδικό τμήμα του επιπέδου μου η γραμματέας «δεν γνώριζε» και οι υπεύθυνοι «ήταν πολύ απασχολημένοι σε σοβαρό μάθημα». Ειδικά η τελευταία φράση ήταν, μπορώ να πω, ιδιαίτερα τονισμένη, ώστε να υποδεικνύει την ασημαντότητα της ερώτησής μου.

Δεν έχουν όλοι την δική μου άποψη. Αντιθέτως, μια φίλη μου είπε πως όταν έλαβε για πρώτη φορά αυτά τα γράμματα ένιωσε σαν τον Χάρι Πότερ όταν έφτασαν οι κουκουβάγιες με την επιστολή που τον καλούσε στο Χόγκουαρτς. Της απάντησα ότι τρέμω μήπως και έτσι όπως τα σκίζω(σαν τον θείο Βέρνον) αρχίσουν και πέφτουν καμιά Κυριακή από την καμινάδα. Όταν όμως σταμάτησα να αστειεύομαι και σκέφτηκα τα λόγια της ένιωσα απελπισία. Υπήρχαν άτομα, και πολλά κιόλας, που νιώθουν ότι αυτές οι επιστολές τους τιμούν. Τους αντιμετωπίζουν σαν ενήλικες, τους ειδοποιούν ότι ήρθε η ώρα να πάρουν σημαντικές αποφάσεις. «Φέτος σοβαρεύουν τα πράγματα» μου λένε συχνά διάφοροι και με χτυπάνε στην πλάτη. Έχω συχνά μια διάθεση να τους ρωτήσω αν πιστεύουν ότι πέρσι τα πράγματα ήταν γελοία αλλά άντ’ αυτού χαμογελάω και συμφωνώ.

«Μου είπαν ότι πρέπει να συμπληρώνω δώδεκα ώρες διαβάσματος την εβδομάδα» είπε με αέρα μια φίλη. Κούνησα σιωπηλή το κεφάλι μου, σκεπτόμενη ότι εγώ, δέκα χρόνια τώρα που είμαι μαθήτρια, δεν χρειάστηκε ποτέ να υπολογίσω επακριβώς τις ώρες διαβάσματος μου ούτε περίμενα κανέναν να με διαφωτίσει, στην αρχή της Δευτέρας λυκείου, πόσες χρειάζομαι «για να πετύχω». Μια άλλη φίλη, που σκεφτόταν να κάνει τεστ επαγγελματικού προσανατολισμού με την «αρωγή ειδικών συμβούλων σταδιοδρομίας» με θεωρεί τουλάχιστον ισχυρογνώμονα. «Είσαι μόνο δεκαέξι, υπάρχουν άνθρωποι που είναι η δουλειά τους και ξέρουν καλύτερα», λέει. Και εδώ κατάφερα επιτέλους να γελάσω. Γιατί ορίστε τι γίνεται. Από την μια σε πείθουν ότι είσαι ενήλικος μπροστά σε κρίσιμες(sic) αποφάσεις και από την άλλη σου ζητούν να παραδοθείς στα χέρια των ειδικών να τα φροντίσουν αυτοί όλα, επειδή ξέρουν καλύτερα. Θυμήθηκα την φωνή του Παύλου Σιδηρόπουλου να τραγουδάει «κάποτε θα ‘ρθουν γνωστικοί, λογάδες και γραμματικοί, για να σε πείσουν». Αλλά στην προκειμένη περίπτωση «το παιδί» είμαστε εμείς και αντί να υπερασπιστούμε, όπως λέει το τραγούδι, τον εαυτό μας, κολακευόμαστε. Πιστεύουμε ότι ένα γράμμα που θα έρθει στο όνομά μας και θα μιλάει σε πομπώδες ύφος με συντακτικά λάθη μας ανακηρύσσει ενήλικους και ώριμους. Ενώ το να πάρουμε πραγματικά οι ίδιοι κάποιες αποφάσεις, να αντιμετωπίσουμε μόνοι το ανοιχτό βιβλίο, να διαλέξουμε με το ρίσκο της προσωπικής μας επιλογής μας κάνει «μόνο δεκάξι». Προσωπικά, τόσο διαλέγω να είμαι.


Ιωάννα Μπαρτσίδη

Το Οτομπιάνκι

Λίγες μέρες πριν επιστρέψουμε στο σχολείο και με την ευκαιρία μιας ιστορίας που μας διηγήθηκε η μητέρα μιας φίλης, ανοίγουμε σε μια παρέα την συζήτηση για την απογοητευτική εκπροσώπηση στο σχολείο και το πανεπιστήμιο. «Εμείς τους θεωρούσαμε τους πιο ανιδιοτελείς από όλους μας και ‘κείνοι με τα χρήματα της εκδρομής του έτους έβγαλαν Οτομπιάνκι», λέει χαρακτηριστικά η μητέρα της φίλης και όλοι κουνάνε τα κεφάλια διαβεβαιώνοντάς την πως από το 1976 δεν έχουν αλλάξει και πολλά. «Ξανατρώμε τα ίδια στην μάπα και μετά παραπονιόμαστε. Τι να πω, μ’ αυτό το θέμα δεν ασχολούμαι πια», παραιτείται μια φίλη.

 
«Και με ποιο σκεπτικό ψηφίσατε;» τολμώ να ρωτήσω εγώ. «Όλοι ξέρουμε ότι με τις σχολικές εκλογές δεν αλλάζει τίποτα. Τα ίδια άτομα ξαναβάζουν υποψηφιότητα και επειδή οι εκλογές θεωρούνται ελεύθερες ώρες επιλέγουμε χωρίς σκέψη ώστε ‘‘να πάμε πιο γρήγορα για καφέ’’» λέει ένας συμμαθητής μου. Θυμάμαι ακόμα και πολιτικοποιημένους και οργανωμένους γνωστούς μου να περιφρονούν τα μαθητικά συμβούλια των σχολείων τους.
Η μητέρα της φίλης μας παρεμβαίνει σ’ αυτό το σημείο λέγοντας ότι στην δική της εποχή οι μαθητές δεν θα μπορούσαν ούτε να φανταστούν αυτό το προνόμιο που εμείς απαξιώνουμε. Δεν μας έμαθε όμως κανείς και να το εκτιμάμε. Πριν τις εκλογές, στα σχολεία, δεν γίνεται καμία προεργασία, δεν απαιτείται από τους υποψηφίους να διεκδικήσουν με οποιονδήποτε τρόπο τις ψήφους των συμμαθητών τους, να πραγματοποιήσουν μια σύντομη ομιλία, μερικές φορές ούτε και να συστηθούν με τα ονόματά τους στην συνέλευση. Με βάση τι διαμορφώνεται η ψήφος μας παραμένει μυστήριο. Παραδείγματος χάριν, η τάξη μου στο τέλος της χρονιάς αντιπροσωπευόταν άτυπα από ένα αυτοσχέδιο πενταμελές, διαφορετικό από αυτό που είχε προκύψει στις εκλογές τον Οκτώβριο, στο οποίο συμμετείχαν άτομα που όχι μόνο δεν είχαν εκλεγεί αλλά δεν είχαν υπάρξει και υποψήφιοι, μαζί με μέλη του συμβουλίου που είχαν συγκεντρώσει τις λιγότερες ψήφους. Γιατί, ενώ ήταν γνωστή η προσφορά τους, δεν ψηφίστηκαν εξ αρχής; Και ακόμη, γιατί δύο απ’ αυτούς προτίμησαν να μην βάλουν καν υποψηφιότητα;
Οι συμμαθητές μου κι εγώ μείναμε έκπληκτοι όταν παρακολουθήσαμε στην ταινία «Ανάμεσα στους τοίχους» του Λοράν Καντέ δύο εκπροσώπους της τάξης να παίρνουν μέρος στην συνέλευση των καθηγητών και να εκφράζουν την γνώμη τους πάνω στην βαθμολογία των συμμαθητών τους και πειθαρχικά θέματα του σχολείου. Συζητώντας ύστερα με την φιλόλογό μας δεν υπήρξε κανείς που να μην ανέφερε αυτήν την σκηνή. «Μακάρι να ήταν και σε μας έτσι», είπαν οι περισσότεροι, κι ας είχαν ψηφίσει βαριεστημένα ή απαίδευτα όταν τους είχε δοθεί η ευκαιρία. Απρόσμενα μεγάλη ήταν και η συμμετοχή που σημειώθηκε όταν η τάξη μου αποφάσισε να δημιουργήσει μια ομάδα σύνταξης επιστολής διαμαρτυρίας προς την διευθύντρια. Η ιδέα όμως προκάλεσε γέλια(!) όταν ακούστηκε στο γραφείο των καθηγητών και απαξιώθηκε εντελώς από την Γενική Συνέλευση του σχολείου.
«Δεν πρόκειται να κερδίσετε τίποτε.», ήταν η απάντηση του Προέδρου, σε τρίτο πληθυντικό πρόσωπο. Μέσα σ’ αυτήν την φράση βρίσκεται η ρίζα της αδιαφορίας και της υποτίμησης των μαθητικών εκλογών και των οργάνων που προκύπτουν από αυτές αλλά και κάθε «πολιτικής» πρωτοβουλίας μέσα το σχολείο. Είναι η απάντηση που καταπλακώνει κάθε προσπάθεια, κάθε διάθεση για αλλαγή στα λύκεια και τα γυμνάσια και έρχεται από το στόμα των ίδιων των εκλεγμένων συμμαθητών μας. Αναρωτιέμαι, ποιο είναι το δικό τους «Οτομπιάνκι». Για ποιο λόγο παίρνουν μέρος και διακρίνονται σε μια διαδικασία που απαξιώνουν; Και πόσο τιμάται φέτος το να μας απογοητεύουν και να μας αποθαρρύνουν όλους;


Ιωάννα Μπαρτσίδη

Με τα Λεφτά του Μπαμπά

«Όσο πληρώνει για μένα ο πατέρας μου τα πράγματα θα είναι τα ίδια», μου είπε πριν λίγες μέρες μια φίλη που είχε αγανακτήσει με τον έλεγχο των γονιών της στη ζωή της. Δεν ήξερα τι να της απαντήσω. Στην αρχή σκέφτηκα ότι εγώ δεν είχα ποτέ βρεθεί σε παρόμοια κατάσταση, να αισθάνομαι δηλαδή υποταγμένη στους γονείς μου λόγω χρημάτων. «Είναι υποχρέωσή τους να μας μεγαλώνουν σωστά» λέει μια άλλη γνωστή, «δεν τους χρωστάμε αυτά τα χρήματα, ούτε είναι αυτά που μας κρατάνε κοντά τους.» Κι όμως, πολλοί συνομήλικοί μας έχουν διαφορετική άποψη.
«Θέλω να εναντιωθώ στους γονείς μου και δεν μπορώ. Όταν το κάνω σκέφτομαι τα πράγματα που μου έχουν προσφέρει. Χωρίς αυτά τι θα ήμουν; Τίποτα.» Ζήτησα από την φίλη μου να μου εξηγήσει τι εννοούσε λέγοντας «πράγματα μου έχουν προσφέρει» και απάντησε «υλικά κυρίως». Συνεχίζοντας είπε: «Η ζωή μου θα ήταν αλλιώς αν δεν εξαρτιόμουν οικονομικά από τους γονείς μου. Μόλις περάσω στο πανεπιστήμιο θα δουλέψω οπουδήποτε. Για μένα σημαίνει ελευθερία.» Ακούγοντας την απάντηση ξαφνιάστηκα αλλά σκέφτηκα κιόλας, μακάρι η ελευθερία να ήταν τόσο εύκολο πράγμα.
«Σίγουρα το να κερδίζεις μόνος σου τη ζωή σου είναι ωραίο συναίσθημα. Αλλά οι γονείς πάντα θα έχουν έναν τρόπο να σε ελέγχουν, ακόμα κι όταν δεν παίρνεις πια ούτε ένα ευρώ.», λέει ένας φίλος. «Και στο κάτω κάτω, υπάρχουν πράγματα που έκαναν για μας που δεν θα μπορέσουμε να τους τα ξεπληρώσουμε ποτέ. Ίσως μόνο αν τα προσφέρουμε στα δικά μας παιδιά.» Αυτή η σκέψη με βρίσκει σύμφωνη, αναρωτιέμαι όμως αν εγώ και οι γνωστοί μου ζούμε μόνο την δική μας πραγματικότητα.
«Όταν δεν έχεις μια άλλη σχέση με τους γονείς σου, μένουν τα χρήματα. Ή, τουλάχιστον, έτσι νομίζεις, ότι μόνο αυτά σε κρατάνε. Σαν ελληνική ταινία», είπε ένας φίλος. Ξαφνικά βρήκα την παρατήρησή του πολύ ενδιαφέρουσα. Από την αρχή είχα την αίσθηση ότι αυτή η προβληματική είναι κάπως ξεπερασμένη, ή, ανήκει σε προηγούμενη εποχή. Οι δικοί μας γονείς ίσως να είχαν συνδέσει την ελευθερία τους με την οικονομική ανεξαρτησία τους. Ίσως εκείνοι να ένιωθαν πως χρωστάνε στους δικούς τους το κόστος της ανατροφής τους. Ισχύει όμως αυτό και για μας, σήμερα;
Μπορεί να είμαστε μια καταναλωτική γενιά, να έχουμε μάθει να ζητάμε συνεχώς και να ξοδεύουμε άσκοπα. Οι περισσότεροι από εμάς, όμως, δεν έχουμε εμμονή με τα χρήματα, δεν τα έχουμε μυθοποιήσει και δεν βλέπουμε σ’ αυτά την αυτονομία μας. «Υπάρχουν κάποιοι που μετράνε συνέχεια πόσα λεφτά έχουν, τα συγκρίνουν με τους υπόλοιπους, νιώθουν κατώτεροι ή ανώτεροι, ενήλικοι ή παιδιά. Αυτό εγώ το βρίσκω απλοϊκό και μίζερο.». Και είναι αλήθεια, στην εποχή μας, δεν σνομπάρουμε τους φτωχούς στο ελάχιστο, υποτιμούμε όμως πολλές φορές, όσους αναφέρονται συχνά στα χρήματα και τα αφήνουν να παίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή τους και την ψυχολογία τους. Δεν είναι για μας φυσικό…
Ένα καλό που μας χάρισε το καταναλωτικό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώσαμε είναι ότι μας απέκοψε απ’ αυτήν την αίσθηση μιζέριας και κατωτερότητας. Μπορεί με την διεθνή κρίση αυτό το σύστημα να έφτασε στο τέλος του και ήδη να ευθύνεται για πολλά από τα ελαττώματά μας, παρόλαυτα, άφησε πίσω του μια γενιά πιο απελευθερωμένη σε σχέση με το χρήμα από την προηγούμενη.



Ιωάννα Μπαρτσίδη